00:00:00/ —
Page Up και Page Down για μετάβαση στην επόμενη ή στην προηγούμενη ενότητα.
- ΕΚΤΟΣ ΗΜΕΡΗΣΙΑΣ, από 00:00:18
- ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΔΙΑΤΑΞΗ, από 00:02:15
Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση αποτελεί ειδική μορφή απαλλοτρίωσης που προβλέπεται στον Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας και αφορά τη δέσμευση ακινήτου για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων, όπως οδών και πλατειών. Μετά την παρέλευση δεκαπενταετίας από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου ή πενταετίας από την κύρωση της πράξης εφαρμογής, επέρχεται αυτοδίκαια άρση της απαλλοτρίωσης εφόσον το ζητήσει ο ιδιοκτήτης.
Ο νόμος 4759/2020 επανοργάνωσε τις ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, εστιάζοντας κυρίως στα ζητήματα άρσης και επανεπιβολής τους. Το Δημοτικό Συμβούλιο μπορεί εντός έξι μηνών από την κατάθεση αίτησης να προτείνει στον Περιφερειάρχη την εκ νέου επιβολή της αρθείσας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης για τον ίδιο σκοπό ή τη μερική επανεπιβολή της. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στους δήμους να επανεξετάσουν παλαιά σχέδια διαπλάτυνσης οδών και να αποφασίσουν αν εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαροί πολεοδομικοί λόγοι που επιβάλλουν τη διατήρηση του κοινόχρηστου χώρου.
Σύμφωνα με το Σύνταγμα, θα πρέπει να προηγηθεί η πλήρης αποζημίωση των θιγόμενων ιδιοκτησιών πριν ο δήμος καταλάβει το ακίνητο. Η επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης αποτελεί σημαντική απόφαση που ισορροπεί μεταξύ των δικαιωμάτων των ιδιοκτητών και των πολεοδομικών αναγκών της πόλης για βελτίωση του οδικού δικτύου.